Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

"Ανάθεμα σε Πόλη". Ο πρώτος προσωπικός δίσκος του Πρεβεζάνου λαουτιέρη και τραγουδιστή Μιχάλη Ζάμπα.

Τον πρώτο του προσωπικό δίσκο κυκλοφορεί ο «δικός μας» Μιχάλης Ζάμπας, με τίτλο «Ανάθεμα σε Πόλη» και με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου ο Μιχάλης μίλησε στο Musicpaper.gr και τον Σωτήρη Μπέκα για τα πρώτα βήματά του στο χώρο της μουσικής, τις επιρροές του, τη συνεργασία με τη Δόμνα Σαμίου, αλλά και την πρώτη ολοκληρωμένη προσωπική του δουλειά. Εμείς να του ευχηθούμε να συνεχίσει με την ίδια όρεξη και δημιουργικότητα!

Ακολουθεί η συνέντευξη στο musicpaper.gr:
«Ο Μιχάλης Ζάμπας είναι τραγουδιστής και μουσικός, από τους πιο αξιόλογους της νέας γενιάς, με φωνή και προσωπικό ενδιαφέρον που καλύπτει ένα ευρύ ρεπερτόριο της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Συνεργάτης της Δόμνας Σαμίου, στην τελευταία φάση της δισκογραφίας της, αλλά και με τον εξαιρετικό κλαρινίστα, Θοδωρή Γεωργόπουλο, με τον οποίο από κοινού έχουν συστήσει την εταιρία Πολιτισμού «Ελλοπία», που έχει προβεί σε σημαντικές πρωτοβουλίες και εκδόσεις.



Πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική;
Η καταγωγή μου είναι από την Πρέβεζα κι έχω μεγαλώσει εκεί. Από μόνος μου, κάποια στιγμή ζήτησα από τον πατέρα μου να μάθω βιολί, στα οκτώ μου χρόνια. Ξεκίνησα με κλασικό βιολί στο Δημοτικό Ωδείο της Πρέβεζας, έκανα δύο χρόνια και κατόπιν μια Μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία, το μάτι μου έπεσε πάνω στους ψάλτες. Μόλις τελείωσε η Ακολουθία πλησίασα το Αναλόγιο και άρχισα να παρατηρώ τα βιβλία που είχαν κάτι. ακαταλαβίστικα γράμματα. Επειδή ο παππάς της εκκλησίας ήταν γνωστός μας πήρα το θάρρος να ρωτήσω τι ήταν όλα αυτά και μου απάντησε πως «αυτή είναι βυζαντινή μουσική, αυτή που διαβάζουν οι ψάλτες». Αυτομάτως είπα πως «θέλω να μάθω αυτή τη μουσική». Έτσι, με έστειλαν στη Σχολή της Μητρόπολης Πρεβέζης και από εκεί άνοιξε ένας καινούργιος κόσμος για εμένα. Ασχολήθηκα μόνο με τη βυζαντινή και παράτησα το βιολί και τις κλασικές σπουδές.

Με ποια αφορμή ασχολήθηκες αργότερα με το δημοτικό τραγούδι;
Αφορμή στάθηκαν οι Πανελλήνιοι Μαθητικοί Αγώνες που διοργάνωνε τότε, το 1998 - 1999, το Υπουργείο Παιδείας. Ανάμεσα στις κατηγορίες Διαγωνισμού ήταν η βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι. Βυζαντινή μουσική δήλωσα αμέσως, αλλά και κάτι με «έτρωγε», γιατί ήθελα να δηλώσω και για δημοτικό τραγούδι. Το ανακοίνωσα στον πατέρα μου και επειδή ήταν πρόεδρος του Δημοτικού Ωδείου Πρέβεζας μου σύστησε να απευθυνθώ στον δάσκαλο της παραδοσιακής Χορωδίας του Δήμου. Πήγα και τον συνάντησα, ήταν ο Χρήστος Βλαχογιάννης από το Μεσολόγγι. Μου ζήτησε να του πω το «Ένας αητός καθότανε». Ουσιαστικά, ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τον εαυτό μου στο να τραγουδάω δημοτικό τραγούδι. Μπορεί να φανεί λίγο εγωιστικό, αλλά εντυπωσιάστηκα, αφού δεν περίμενα ποτέ ότι μπορώ να τραγουδήσω έτσι. Με τα γυρίσματα και όλα όσα χρειάζεται ένα παραδοσιακό τραγούδι. Ήταν μία συγκινητική στιγμή, δίχως ίχνος έπαρσης. Μετά από αυτό ο κ. Βλαχογιάννης μου απάντησε πως «σίγουρα, αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσουμε». Έτσι δήλωσα συμμετοχή και στον Διαγωνισμό του δημοτικού τραγουδιού. Την πρώτη χρονιά δεν τα πήγα τόσο καλά, αλλά τη δεύτερη πήρα πρώτο βραβείο στη Βυζαντινή Μουσική και στο Δημοτικό Τραγούδι. Είχα πει δυο ηπειρώτικα τραγούδια, το ένα ήταν η «Αλεξάνδρα» και το δεύτερο «Οι Κλέφτες οι Βελτσιστινοί». Το τρίτο τραγούδι, το οποίο νομίζω πως έκρινε και το βραβείο ήταν ένα καθιστικό από τη Ρούμελη η «Θεωνίτσα».

Πως αξιοποίησες τη διέξοδο που σου άνοιξε η δημοτική μουσική;
 Το 1998 μετά τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, τον πρώτο χρόνο πέρασα στη Ρόδο, αλλά τον επόμενο χρόνο έκανα και πάλι τα χαρτιά και πέρασα στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Στην πρωτεύουσα ήθελα να έρθω εξαρχής για να ασχοληθώ και με το δημοτικό τραγούδι. Εδώ υπάρχει ένα δεύτερο κομβικό σημείο. Στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Αγώνες, γνώρισα έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους που έχω στη μουσική και την ψαλτική, τον Λυκούργο Αγγελόπουλο. Ήταν τότε μέλος της επιτροπής των Αγώνων και μου είχε πει πως αν «ο δρόμος σε βγάλει στην Αθήνα, έλα να με βρεις». Αυτό κυκλοφορούσε πολύ μέσα στο μυαλό μου. Όντως βρεθήκαμε και γράφτηκα στο Ωδείο «Σκαλκώτας», όπου δίδασκε. Έμεινα για ένα χρόνο στο Ωδείο, πήρα το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής, συμμετείχα στη βυζαντινή χορωδία του κ. Αγγελόπουλου και μαζί με το χώρο της ψαλτικής άρχισα να ασχολούμαι με τα παραδοσιακά όργανα. Ξανάπιασα το βιολί, αλλά με την παραδοσιακή τεχνική πλέον, ενώ γενικά μου άρεσε όχι το να γίνω ένας ολοκληρωμένος οργανοπαίχτης, αλλά το να ταξιδεύω από όργανο σε όργανο.     Εκείνο που μου άρεσε, επίσης, πάρα πολύ ήταν η επαφή με όλους αυτούς τους μουσικούς της παλιάς σχολής, γιατί αυτούς αναζήτησα. Φερ' ειπείν όταν ξανάπιασα το βιολί, πήγα στον Αχιλλέα Χαλκιά, τον Νίκο Μωραΐτη και τον Λάζαρο Ευθυμίου. Γιατί πέρα από την τεχνική και τη δεξιοτεχνία στο όργανο, αυτοί οι άνθρωποι σου δίνουν και πολλά άλλα. Όλος αυτός ο κόσμος του μουσικού μου άρεσε πολύ. Ήταν το καλύτερο μου να κάθομαι όλο το απόγευμα στον Αχιλλέα Χαλκιά και να κουβεντιάζουμε κι ας παίζαμε βιολί μόνο για λίγο. Την αξία αυτού την αναλήφθηκα στην πορεία. Έτσι, ασχολήθηκα με το βιολί, το κανονάκι με δάσκαλο τον Μανώλη Καρπάθιο, το σαντούρι με τον Δημήτρη Κοφτερό, και με το λαούτο περισσότερο από όλα τα όργανα με δασκάλους τον Χριστόδουλο Ζούμπα και βέβαια τον Χρήστο Ζώτο.

Είχες επιρροές από τους παλιότερους τραγουδιστές;
Ανέτρεξα στη δισκογραφία. Σποραδικά στην αρχή, τότε στην Πρέβεζα, γιατί δεν είχαμε πολλές ευκαιρίες να βρούμε δίσκους και να εντρυφήσουμε. Θυμάμαι σαν τώρα, όταν ο πατέρας μου είχε πάει ένα ταξίδι και μου έφερε τα «Τραγούδια της Ξενιτιάς» της Δόμνας Σαμίου. Αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος δημοτικής μουσικής που έπιασα στα χέρια μου και αποτελεί προσωπικό σημείο αναφοράς. Αμέσως μετά ανακάλυψα όλους τους μεγάλους τραγουδιστές και πριν από όλους τους Ηπειρώτες. Τον Σάββα Σιάτρα, τον Στυλιανό Μπέλλο και όλους τους μεγάλους της δισκογραφίας. Παράλληλα, και τους τραγουδιστές του γραμμοφώνου, όπως τον Παπασιδέρη. Δεν έχω καθίσει να μελετήσει επισταμένα κάποιον, σαν πρότυπο. Από όλους προσπαθούσα να πάρω στοιχεία. Όχι όμως με την επιθυμία να μιμηθώ κάποιον.

Το προσωπικό σου ενδιαφέρον, ωστόσο, εκτείνετε σε ρεπερτόριο από όλη την Ελλάδα.
Κάποια στιγμή, ορισμένοι άνθρωποι θεώρησαν πως άξιζε τον κόπο να τραγουδήσω επαγγελματικά. Η ενασχόληση μου με τα ηχοχρώματα όλης της Ελλάδας προέκυψε από τις ανάγκες της δουλειάς. Ένα όμως ακόμη κομβικό σημείο, είναι η γνωριμία μου με τη Δόμνα Σαμίου. Υπήρξα ένας από τους συνεργάτες της στη δισκογραφία και τις εμφανίσεις της. Τη γνώρισα το 2005, όταν η κ. Δόμνα ήταν στην τελευταία φάση της καριέρας της, είχε αρχίσει να αποσύρεται από τις ζωντανές εμφανίσεις και είχε αφοσιωθεί στη δισκογραφία.

Τότε ο πολύ στενός φίλος και βασικός μου συνεργάτης, Θοδωρής Γεωργόπουλος ηχογραφούσε μαζί της στο στούντιο. Είχαν ολοκληρώσει ένα κύκλο με Ακριτικά τραγούδια και είχαν ξεκινήσει έναν άλλο με Ιστορικά και Κλέφτικα. Ένα απόγευμα που βρεθήκαμε με το Θοδωρή μου είπε πως «η Δόμνα ψάχνει κάποιον για να τραγουδήσει τον Κατσαντώνη. Θέλεις να έρθεις να σε ακούσει;». Κι όπως κι έγινε. Πάμε, λοιπόν, στο στούντιο Polysound στην Πατησίων, το επόμενο πρωί. Μου ζητάει, η κ. Δόμνα να πω ένα τραγούδι και τραγουδάω το σουλιώτικο «Όλες οι Καπετάνισσες». Τραγούδησα για λίγο και μου λέει «Φτάνει. Θα 'ρθεις αύριο το πρωί να γράψεις» και μάλιστα θέλησε να γράψουμε και τις «Καπετάνισσες» εκτός από τον «Κατσαντώνη». Από εκεί ξεκινάει η γνωριμία και η δραστηριότητα δίπλα στη Δόμνα Σαμίου.

Τι αποκόμισες από τη Δόμνα Σαμίου;
Δεν είναι εύκολη υπόθεση να κλείσεις τη Δόμνα Σαμίου σε δυο κουβέντες. Ένα πολύ βασικό είναι ότι καθιέρωσε μία σχολή τραγουδίσματος. Άλλος μπορεί να τη δέχεται κι άλλος όχι. Αυτό όμως που καθιέρωσε -και άλλοι, αλλά κυρίως αυτή- δεν είναι τόσο το ερμηνευτικό ύφος στην παραδοσιακή μουσική, αλλά το ερμηνευτικό ήθος. Μία άλλου είδους αντιμετώπιση πάνω σε αυτή τη μουσική, που στις μέρες μας ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία.

Φτάνουμε, λοιπόν, στο σήμερα και την πρώτη ολοκληρωμένη προσωπική σου δουλειά.
Πράγματι, είναι η πρώτη μου, προσωπική δουλειά. Μέχρι τώρα είχα συμμετοχές σε δίσκους συνάδελφων και της Δόμνας Σαμίου. Ο δίσκος έχει τίτλο «Ανάθεμά σε Πόλη», περιλαμβάνει τραγούδια και οργανικούς σκοπούς από τον χώρο της ελληνικής Ανατολής, την Κωνσταντινούπολη κυρίως, που είναι η κοιτίδα της ελληνικής ανατολικής μουσικής, αλλά και σκοπούς από τη Μικρά Ασία και το Ανατολικό Αιγαίο. Να σημειωθεί πως έχει γίνει με τη στενή συνεργασία του Θοδωρή Γεωργόπουλου, ο οποίος έχει κάνει την ηχογράφηση, τη μουσική επιμέλεια και την ενορχήστρωση. Η ιδέα του δίσκου προέκυψε ακριβώς από τα κομβικά σημεία της πορείας μου. Από την ενασχόλησή μου με την ψαλτική, τη γνωριμία μου με τη Δόμνα Σαμίου, που νομίζω πως ειδικά στην ερμηνεία των Μικρασιάτικων τραγουδιών υπήρξε υποδειγματική, ενώ ένας άλλος άνθρωπος που παρόλο δεν τον γνώρισα, τον θεωρώ πνευματικό μου δάσκαλο, είναι ο Σίμων Καρράς. Στο δίσκο υπάρχουν, ακούσματα και από την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Πρέβεζα, μια πόλη που είναι μάνα πολλών μουσικών, με δικό της ρεπερτόριο και Σχολή ερμηνείας και η οποία έχει μουσική παράδοση, που συγγενεύει με την αντίστοιχη Πολίτικη και Μικρασιάτικη.

Πως έγινε η επιλογή των κομματιών;
Δεν ξεκινήσαμε με τη λογική να βγάλουμε αν δίσκο για την αναγκαία στις μέρες μας «διάδοση και διάσωση του παραδιδόμενου υλικού». Όχι, ο δίσκος δεν πραγματεύεται κάτι τέτοιο. Διάλεξα τραγούδια, τα οποία δεν ακούγονται κάθε μέρα, γιατί νομίζω πως έχει σημασία. Τραγούδια που μου αρέσουν, πρώτα από όλα εμένα και φυσικά η επιλογή έχει έντονα το προσωπικό στοιχείο. Υπάρχουν τραγούδια, όπως το «Μέτρησε νύχτα τ' άστρα σου» από την Κωνσταντινούπολη, δύο αμανέδες από τη Σμύρνη, ο «Γαλατά αμανές» και ο «Μπουρνοβαλιώτικος» ή «Η Χήρα», που λέμε. Υπάρχει το «Ξύπνα Μαυροματούσα μου» απ' τις καταγραφές της Δόμνας Σαμίου, ένα πολύ ωραίο τραγούδι από το Αλιβίσι και τη Μάκρη της Μικράς Ασίας, όπως και τραγούδια που τα είχε βγάλει στην εκπομπή «Ραδιοφωνικοί Αντίλαλοι» ο δάσκαλος, Σίμων Καράς. Όπως είναι το «Καλώς Ανταμωθήκαμε» ή το «Κάτω στη Ρόδο».

Στο δίσκο φυσικά τραγουδάς, αλλά συμμετέχεις και ως μουσικός;
Όχι, άφησα τον πρώτο λόγο σε αυτό το κομμάτι να τον έχει μία πλειάδα εξαιρετικών μουσικών. Κάποιοι από αυτούς είναι πολύ καλοί συνάδελφοι, κάποιοι δάσκαλοι, όλοι τους, πάντως, είναι πολύ καλοί φίλοι και τους ευχαριστώ για την τιμή να ανταποκριθούν στο κάλεσμά μου. Πρόκειται για τον Θοδωρή Γεωργόπουλο που παίζει τα πνευστά (κλαρίνο, φλογέρα και καβάλ), βιολί παίζουν οι Παναγιώτης Ξυδέας, Γιώργος Μαρινάκης, Μανώλης Κόττορος, Δημήτρης Ζαχαρίου, στο λαούτο είναι ο Κώστας Φιλιππίδης, ο Βασίλης Κατράκος, παλιός λαουτιέρης από την Εύβοια που συμμετέχει σε ένα τραγούδι, ο Κώστας Μήτσιος παίζει λαούτο και κιθάρα, κανονάκι ο Μανώλης Καρπάθιος, σαντούρι παίζουν ο Δημήτρης Κοφτερός και η Στέλλα Βαλάση, ο Κλέαρχος Κορκόβελος είναι στο τσίμπαλο, ο Γιάννης Αρβανιτάκης στο τρομπόνι, κρουστά έπαιξαν ο Ανδρέας Παπάς, ο Κώστας Μερετάκης κι ο Θανάσης Κάκος, πολίτικη λύρα και λαύτα ο Σωκράτης Σινόπουλος. Στο τραγούδι «Όλες οι παπαρούνες» από το Ανατολικό Αιγαίο, συμμετέχει ερμηνευτικά η Κατερίνα Παπαδοπούλου, ενώ και η Μαρία Μανωλάκου προσφέρει φωνητικά σε ένα τραγούδι.

Με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης προσωπικής του δουλειάς, υπό τον τίτλο «Ανάθεμά σε Πόλη», ο Μιχάλης Ζάμπας εμπιστεύτηκε στο MusicPaper για προακρόαση, το τραγούδι «Μέτρησε νύχτα τ' άστρα σου», από την Κωνσταντινούπολη.


http://youtu.be/VFoyzdQQwe0

 www.musicpaper.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...